Πέθανε ο βοσκός των Ιμίων, Αντώνης Βεζυρόπουλος

Πέθανε σήμερα τα ξημερώματα, στο νησί Ψέριμο, όπου κατά καιρούς διέμενε, σε ηλικία 94 χρονών ο Αντώνης Βεζυρόπουλος ο οποίος ήταν γνωστός ως ο «βοσκός των Ιμίων».

Ο Αντώνης Βεζυρόπουλος για περισσότερο από 20 χρόνια διατηρούσε 40 κατσίκια περίπου, πάνω στις δύο νησίδες τις οποίες επισκεπτόταν ανελλιπώς για όσο καιρό του επέτρεπε η ηλικία του. Ο εκλιπών έχει γράψει ιστορία με την παρουσία του στα Ίμια και αποτελεί μια εμβληματική μορφή που έχει βάλει τη δική της σφραγίδα σχετικά με την ελληνικότητα των δύο νησίδων.

vezyropoulos-865
Η σορός του μεταφέρθηκε στις 7.30 το πρωί από την Ψέριμο στην Κάλυμνο, όπου θα γίνει η κηδεία του. Τον συνόδευαν η σύζυγος του, η κόρη του που έχει έλθει από την Αμερική και ο μικρός του γιός.

Η συγκλονιστική περιγραφή του για τα Ίμια

Μιλώντας στο istorima.gr, ο «βοσκός των Ιμίων» είχε πει: «Όταν έγινε όλο το επεισόδιο με τη Τσιλέρ, τη κουφάλα αυτή. Ήθελε να πάρουν τα Ίμια, ήταν λέει τούρκικα. Λοιπόν, αφού βγήκαν πάνω καθόμουν εκεί στη Ψέριμο, έβλεπα τη τηλεόραση κι άναψα. Λέω:Play «Όχι, δε θα τους αφήσω να περάσουνε, δικά μας είναι τα νησιά. Τόσα χρόνια είναι δικά μου, δικό μου σπίτι». Σηκώνομαι, έρχομαι στη Κάλυμνο μέσα, πάω στο Λιμεναρχείο.

“Λέω του λιμενάρχη: «Εγώ θέλω να πάω στο νησί πάνω, στα Ίμια». Μου λέει: «Ξέρεις τι λες τώρα; Αφού είναι οι Τούρκοι πάνω, πώς θα πας εσύ;» «Τι σε νοιάζει εσένα, εγώ θα πάω να βγω έξω. Να φάω μια ριπή, την έφαγα. Πάει στο διάολο».”

Λέει: «Περίμενε». Τηλεφωνάει στους μεγάλους. Μου λέει: «Εμείς θα είμαστε παρών. Θα είμαστε παρών». Πάω εκεί κάτω, ήρθε η «καταδίωξη» μας. Ήταν γρήγορη και μεγάλη, είχε δώδεκα άτομα μέσα. Με συνόδευσε, μου λέει: «Μέχρι εδώ μπορώ, από δω και μέσα απαγορεύεται να μπω εγώ». Λέω: «Θα πάω εγώ, μοναχός μου». Οι Τούρκοι μόλις είδανε, ήρθανε δύο «καταδιώξεις» να με βουλιάξουνε, για να μη βγω έξω. Αλλά τέτοιο είναι το νιονιό τους, κάνανε κύκλο έτσι να μου κόψουν, τα έδωσα εγώ από τη μέση και πάω και βγαίνω έξω στο νησί. Μόλις φουντάρισα κι έδεσα έξω, φουλάρει η δική μας «καταδίωξη» που με συνόδευε κι ήρθε κι έκατσε από μπροστά, να μη μου σπάσουν τη βάρκα. Δε μπορούσαν πια. Κάθονταν, φυλάγανε εκεί κάτω και τα ζώα τα είχα εγώ πάνω.

Εγώ τα κατσίκια τα είχα δεκαπέντε χρόνια. Αλλά όταν ήρθε αυτή η δουλειά, ήθελα να τα πάρω. Δε με αφήναν οι δικοί μας, μου είπαν να πάω να τα ταΐζω. Είπαν: «Θα σου δίνουμε εμείς κάτι να τους παίρνεις για φαί». «Πληρώνετε εσείς, να πληρώνω κι εγώ τα καύσιμα μου, για να τα κρατάω εκεί χάμω», λέω.»